Λίζη Καλλιγά: Μετοίκησις

Τυπωμένες αναμνήσεις, παγωμένες στο χρόνο, οι τελευταίες στιγμές τους στο παλιό «σπίτι» τους, οι στιγμές της «μετοικήσεως», του αποχωρισμού και οι στιγμές της άφιξης.

«Εκκρεμή σώματα», «Σαβανωμένες θεότητες», οι Κόρες, που στεγάζονταν στο παλαιό μουσείο της Ακρόπολης κατά τη μεταφορά τους στο νέο μουσείο της Ακρόπολης, όπως τις φωτογράφισε-αποκάλυψε με το φακό της η Λίζη Καλλιγά και παρουσιάζονται στην έκθεση «Λίζη Καλλιγά. Μετοίκησις», που διοργανώνει το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, από 24 Απριλίου μέχρι 6 Ιουνίου 2010, στο πλαίσιο του αφιερώματός σε σύγχρονες γυναίκες εικαστικούς.

Την επιμέλεια της έκθεσης -που εντάσσεται στη φετινή Φωτομπιενάλε που διοργανώνει το Μουσείο Φωτογραφίας- συνυπογράφουν η διευθύντρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, Συραγώ Τσιάρα και η ιστορικός τέχνης, Χριστίνα Πετρηνού.

Οι επισκέπτες της έκθεσης θα έχουν την ευκαιρία να δουν 25 φωτογραφίες μεγάλου μεγέθους από το παλαιό μουσείο της Ακρόπολης. Η φωτογράφηση άρχισε λίγο πριν την προετοιμασία για τη μεταφορά των εκθεμάτων του στο νέο μουσείο της Ακρόπολης (2007).

Η Λίζη Καλλιγά είχε την ευκαιρία να περιδιαβεί και να απαθανατίσει το χώρο που για χρόνια προσέφερε στέγη στα μοναδικά έργα της αρχαίας γλυπτικής του Ιερού Βράχου. Ο φακός της εστιάζει κυρίως στα ίδια τα γλυπτά, τυλιγμένα μέσα σε λευκά υφάσματα, έτοιμα για μεταφορά. Επιλέγει ολόσωμες απόψεις  ή ορισμένα μέλη τους, ενώ σπανιότερα απαθανατίζει μία συνάθροιση αγαλμάτων. Το πραγματολογικό πλαίσιο της σκηνής γίνεται έμμεσα αντιληπτό: μία λεπτομέρεια αριθμημένου κιβωτίου ή βάθρου, τα υλικά συσκευασίας, γυμνά μέλη δίπλα σε ενδεδυμένα και το χαρακτηριστικό μπλε χρώμα στους τοίχους αποτελούν υπαινικτικά οπτικά ερεθίσματα – σημεία αγκίστρωσης στο συγκεκριμένο τόπο (παλαιό μουσείο ακρόπολης) και τη συγκυρία (συσκευασία αγαλμάτων για μεταφορά).  Δεν πρόκειται λοιπόν για μία φωτογράφηση τεκμηρίωσης –αν και θα μπορούσε να υποστηρίξει ένα αντίστοιχο εγχείρημα- αλλά για μία ιμπρεσιονιστικής αντίληψης απόδοση μιας κρίσιμης στιγμής στο ‘βίο’ των συγκεκριμένων αγαλμάτων.

Η Λίζη Καλλιγά, εξηγεί πως ξεκίνησε η περιπέτεια αυτή: « Ήθελα να κρατήσω κάτι από την παλιά ατμόσφαιρα ενός χώρου πολύ σημαντικού, ιστορικού αλλά και για μένα συναισθηματικά φορτισμένου, γιατί  ήταν το αγαπημένο μου μουσείο. [...] Είχα σταθεί ιδιαίτερα στην αίθουσα με τις Κόρες κοιτώντας τες γύρω-γύρω με μεγάλη προσοχή στην κάθε λεπτομέρειά τους. Ο τρόπος που ήταν τοποθετημένες, σε ημικύκλιο στο βάθος της αίθουσας. το σκούρο μπλε χρώμα στο φόντο που τις περιέβαλε, το λιγοστό φως που έπεφτε από τα υπερυψωμένα παράθυρα, στα μάτια μου έμοιαζαν μαγικά. Η αισθητική του χώρου της δεκαετίας του 50 μαζί με το υπέρτατο κάλλος των αρχαϊκών αγαλμάτων δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα πολύ ιδιαίτερη. Ήξερα ότι η νέα τους τοποθέτηση στο νέο μουσείο θα έδινε άλλη εντύπωση, σίγουρα πολύ διαφορετική. Η παρούσα  κατάσταση θα ήταν οριστικά παρελθόν πια, παρόλο που μέχρι τώρα είχε συγκινήσει πάρα πολλούς ανθρώπους, επισκέπτες, προσκυνητές, ταξιδιώτες κλπ. Επιπλέον, το γεγονός ότι αυτές οι Κόρες θα έφευγαν από το βράχο της Ακρόπολης, για πρώτη φορά τώρα μετά από 2500 χρόνια, έδινε ένα τόνο μελαγχολίας στη σκέψη μου, τις φανταζόμουν να ξεριζώνονται από το φυσικό τους χώρο».

Η ίδια συμπληρώνει: «Όταν άρχισε η προετοιμασία για την μεταφορά τους έζησα από κοντά μια πολύ σημαντική και μοναδική εμπειρία. Ο χώρος είχε μεταβληθεί σε μια μεγάλη αίθουσα νοσοκομείου-χειρουργείου. Συντηρητές και αρχαιολόγοι με άσπρα γάντια περιτριγύριζαν τα αρχαία αντικείμενα, με ησυχία και με τις οδηγίες ενός άψογα  καλομελετημένου σχεδίου, εκτελούσαν τις εργασίες που έπρεπε. Ετοιμαζόντουσαν για τον εγκιβωτισμό τους, το κάθε ένα ξεχωριστά, έτσι ώστε να μεταφερθούν απόλυτα ασφαλή, με τον γερανό, από το Ιερό βράχο στο Νέο Μουσείο που βρίσκεται από κάτω. Τυλιγμένα στα πανιά τους τα αγάλματα γινόντουσαν μυστηριώδη και με ένα παράξενο τρόπο τα έβλεπα σα να ήταν ζωντανά κάτω από το λευκό ύφασμα που τα σκέπαζε. Με το μυαλό μου έφτιαχνα παραμύθια και ιστορίες, με την μηχανή μου προσπαθούσα να κάνω εικόνα όλα αυτά που έβλεπα και αισθανόμουν».


Επιμέλεια: Συραγώ Τσιάρα, διευθύντρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης και Χριστίνα Πετρηνού, ιστορικός τέχνης.


Ώρες λειτουργίας: Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή από 10:00 έως 18:00. Πέμπτη από 10:00 έως 21:00. Δευτέρα κλειστά.

Για περισσότερες πληροφορίες:
   Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
   Κολοκοτρώνη 21, Σταυρούπολη
   56430, Θεσσαλονίκη
   Τηλ.: 2310.589140-1 & 3, Fax: 2310.600123
   Ε-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

   Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης
   Αποθήκη Β1, Λιμάνι, 54110, Θεσσαλονίκη
   Τηλ.: 2310.593270, Fax: 2310.593271
   E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Δείτε επίσης:
- Το site του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης
- Το site του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης